Η τέχνη του μη επιστητού και η άρνηση της επιστημονικής
πραγματικότητας: οι πληγές της σύγχρονης εποχής

Σχετικά πρόσφατα υπέπεσε στην αντίληψή μου ένα επιστημονικά αναχρονιστικό κείμενο του κ. Ιωάννη Σαρλά, όντας παράλληλα εντυπωσιακά ανεπαρκές και λιποβαρές από ερευνητικής και επιστημονικής σκοπιάς.

Θέμα του ήταν ο “μύθος της χορτοφαγίας”. Δε θα σχολιάσω το εύηθες και αυτάρεσκα αφυές ύφος του κ. Σαρλά παρά μόνο τα γραφόμενά του. Πάμε να δούμε λοιπόν το πώς ο κ. Σαρλάς καταρρίπτει τον “μύθο της χορτοφαγίας” όπως ο ίδιος δηλώνει. Αρχικά μας αναφέρει πως η χορτοφαγία είναι μία καινούργια “μόδα”.

Κύριε Σαρλά θα ήθελα να σας ενημερώσω πως η χορτοφαγία ως βάση διατροφής είναι μία “μόδα” που υπάρχει εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια και μεταξύ των μερών του πλανήτη που κυριάρχησε ήταν και η περιοχή της Αρχαίας Ελλάδας (Vika, 2011; Skiadas & Lascaratos, 2001).

Θα σας συνιστούσα να διαβάσετε επιστημονικές μελέτες για την ιστορία και την εξέλιξη της διατροφικής συνήθειας στο πέρασμα των αιώνων καθώς είναι εμφανές ότι μάλλον την αγνοείτε.

Θα αρχίσουμε εξετάζοντας τα ερευνητικά άρθρα που παραθέτει ο κ. Σαρλάς για τον ισχυρισμό του ότι η κατάθλιψη, οι ψυχικές, αλλά και οι νοητικές διαταραχές “βρίθουν” στους vegan. Να σημειώσω ότι οι συσχετισμοί των ισχυρισμών του κ. Σαρλά μέσω της παράθεσης των συγκεκριμένων άρθρων είναι τουλάχιστον αντι-επιστημονικοί και ερευνητικά ανεπαρκείς και ανυπόστατοι.

Γράφει ο κ. Σαρλάς:

(…) αυτό το ανθρώπινο είδος (σ.σ. εννοεί τους vegan) βρίθει από κατάθλιψη, καθώς και από ψυχικές και νοητικές διαταραχές, μέχρι και αυτοκτονικές τάσεις”.

Και παραθέτει τις εξής 3 έρευνες:

1.) Michalak, Zhang & Jacobi, 2012.

Διαβάζουμε λοιπόν στην πρώτη έρευνα:
92.3% of the sample (n = 3872) was non-vegetarian or information about their vegetarian status was missing”.

Το 92.3% του δείγματος λοιπόν ΔΕΝ ήταν vegetarian, ή αλλιώς, η έρευνα στήριξε τα αποτελέσματά της στο 7.7% του δείγματος. Καταλαβαίνουμε το πόσο μεθοδολογικά αδύναμη είναι η συγκεκριμένη έρευνα καθώς το δείγμα δεν είναι σε καμμία περίπτωση αντιπροσωπευτικό.

Ας δούμε όμως και το συμπέρασμα της έρευνας. Διαβάζουμε ότι:

There was no evidence for a causal role of vegetarian diet in the etiology of mental disorders”.

Δηλάδη ΔΕΝ προέκυψε ΚΑΝΕΝΑ στοιχείο ότι η vegetarian διατροφή ήταν η αιτία των ψυχικών διαταραχών. Επίσης, σημαντική λεπτομέρεια το ότι η έρευνα αναφέρεται σε vegetarian και ΟΧΙ σε vegan διατροφή.

Αναρωτιέται κανείς λοιπόν, ο κ. Σαρλάς διάβασε την έρευνα που παρέθεσε ή δεν την κατανόησε πλήρως;

Ας δούμε όμως τη δεύτερη έρευνα που παραθέτει ο κ. Σαρλάς.

2.) Perry, Mcguire, Neumark-Sztainer & Story, 2001.

Στην έρευνά μας διαβάζουμε:

There were 262 self-reported adolescent vegetarians in the study or 5.8% of the sample”.

Αυτό σημαίνει ότι το 94.2% του δέιγματος ΔΕΝ ήταν χορτοφάγοι. Διαβάζουμε επίσης στη μεθοδολογία της έρευνας πως για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων χρησιμοποίησαν ερωτηματολόγια τα οποία τα συμπλήρωσαν έφηβοι. Οι έφηβοι είναι η πλέον αναξιόπιστη ομάδα για δειγματοληψία έρευνας μέσω self-reporting και πολύ περισσότερο όταν η έρευνα εστιάζεται σε συγκεκριμένα υπό-γκρούπ ενός ευρύτερου πληθυσμού (Fan, Miller, Park, Winward, Christensen, et al., 2006), όπως π.χ. ένας πολύ μικρός αριθμός vegetarian μέσα από ένα γενικό πληθυσμιακό διατροφικό δείγμα.

Η συγκεκριμένη έρευνα είναι εξαιρετικά αδύναμη τόσο μεθοδολογικά όσο και πληθυσμιακά. Τα εργαλεία για την εξαγωγή των αποτελεσμάτων δεν είναι αξιόπιστα και το πληθυσμιακό δείγμα δεν είναι αντιπροσωπευτικό.

Σε τι συμπεράσματα όμως κατέληξε η έρευνα αυτή;

Διαβάζουμε:

(…) adolescent vegetarians were at greater risk for involvement in unhealthy weight control behaviors”, “(…) our study points to semivegetarians as less stable and more at risk for involvement in weight control practices than the restricted vegetarians”,

Και ότι:

Another approach may be to consider the choice of vegetarianism as an opportunity, and recruit adolescents to programs focussing on how to become a healthy vegetarian”.

Κλείνοντας αναφέρει πως:

Since adult vegetarians appear to be leaner and healthier than their nonvegetarian counterparts, learning how to become a ”healthy“ adolescent vegetarian may be one avenue for long-term and healthful changes in dietary patterns for adolescents”.

Δηλαδή τα συμπεράσματα της έρευνας ήταν:

1) πως η πληθυσμιακή ομάδα των εφήβων διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο να μην κάνει σωστή φυτοφαγική διατροφή (πράγμα γνωστό στους κλινικούς διατροφολόγους),

2) πως όσοι δήλωσαν ήμι-vegetarian διέτρεχαν μεγαλύτερο ρίσκο μη-υγιεινής διατροφικής συμπεριφοράς από τους vegetarian, και

3) μας ενημερώνει η έρευνα πως οι ενήλικοι vegetarian είναι υγιέστεροι από τους μη-χορτοφάγους ενήλικες και πως θα πρέπει στο μέλλον να υπάρχει παιδεία και εκπαίδευση στους έφηβους για το πώς να κάνουν σωστή φυτοφαγική διατροφή ώστε να απολαύσουν μια υγιεινή ζωή.

Σημαντική λεπτομέρεια και πάλι το ότι η έρευνα αναφέρεται σε vegetarian διατροφή και ΟΧΙ σε vegan.

Θα αναρωτηθώ ξανά, ο κ. Σαρλάς διάβασε την έρευνα που παρέθεσε;

Γιατί η συγκεκριμένη έρευνα, με τις αδυναμίες που επισημάναμε, κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα από τους ισχυρισμούς του κ. Σαρλά.

Για πάμε όμως στην τρίτη των ερευνών που παραθέτει ο κ. Σαρλάς:

3.) Wojciak, 2014.

Η έρευνα έχει να κάνει με τον οικειοθελή θερμιδικό περιορισμό (calorie restriction), δηλαδή την αυστηρή θερμιδική δίαιτα ως μέσο απώλειας βάρους σε 46 γυναίκες (ένα εξαιρετικά μικρό δείγμα). Πουθενά στην έρευνα δεν αναφέρεται η χορτοφαγία ως μέρος της μεθοδολογίας, δηλαδή οι διατροφικές συνήθειες των 46 συμμετεχόντων δεν ήταν μέσα στα κριτήρια της έρευνας. Κοινώς, η παρατειθέμενη έρευνα δεν έχει απολύτως καμμία σχέση με τη vegan διατροφή.

Να ενημερώσω τον κ. Σαρλά σε αυτό το σημείο ότι ο θερμιδικός περιορισμός ως τρόπος δίαιτας για απώλεια βάρους είναι που συνδέεται με την κατάθλιψη κι όχι η χορτοφαγία ως είδος διατροφής (Zhang, Liu, Zhao, Zhang, Li, et al., 2015; Varady & Hellerstein, 2007; Carrier, Steinhardt & Bowman, 1994).

Δυσκολεύομαι πραγματικά να καταλάβω το λόγο για τον οποίο ο κ. Σαρλάς παρέθεσε τη συγκεκριμένη μελέτη και θα αναρωτηθώ και πάλι για τη δυνατότητα που έχει να αξιολογεί ερευνητικά τα άρθρα που διαβάζει (;).

Στη συνέχεια ο κ. Σαρλάς μας ταξιδεύει στην Αυστρία και σε μία άλλη έρευνα για την οποία μας ενημερώνει λέγοντας ότι:

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης απεικόνισαν όλες τις αδυναμίες μιας χορτοφαγικής διατροφής συνδέοντάς την με προβλήματα υγείας και πιο συγκεκριμένα με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου, αλλεργιών και διαταραχών της ψυχικής υγείας, όπως είναι το άγχος και η κατάθλιψη. Με άλλα λόγια, οι vegans είχαν υψηλότερη ανάγκη υγειονομικής περίθαλψης και φτωχότερη ποιότητα ζωής”.

Είναι όμως έτσι; Για να δούμε...

4.) Burkert, Muckenhuber, Grobschadl, Rasky & Freidl, 2014.

Το δείγμα της έρευνας ήταν 15,474 άτομα και σε κανένα σημείο δε γίνεται αναφορά ότι μέρος του δείγματος είναι vegan. Διαβάζουμε στην έρευνα ότι:

(…) 0.2% of the interviewees were pure vegetarians (…) 0.8% reported to be vegetarians consuming milk and eggs (…), and 1.2% to be vegetarians onsuming fish and/or eggs and milk”.

Από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε ότι μάλλον το ποσοστό των vegan της έρευνας ήταν 0.2%, το οποίο μεταφράζεται σε περίπου 31 συμμετέχοντες (31 από τους 15,474), και ότι το συνολικό ποσοστό το οποίο μπήκε κάτω από την ομπρέλα του όρου ‘vegetarian’ ήταν 2.2% (343 άτομα από τα 15,474). Εξαιτίας της τεράστιας αριθμητικής απόκλισης του δείγματος η στατιστική ανάλυση δεν είναι σε καμμία περίπτωση αξιόπιστη και με ερευνητικά δυνατά αποτελέσματα.

Οι ερευνητές σε κανένα σημείο δεν αποτίμησαν/ρώτησαν το καθημερινό διατροφικό πλάνο των συμμετεχόντων, δηλαδή τι ακριβώς έτρωγαν. Επίσης δεν έλαβαν υπόψη τους το χρονικό διάστημα που κάποιος δήλωνε vegetarian, ούτε όμως και το λόγο, π.χ. αν ήταν προσωπική επιλογή ή αν ήταν συμβουλή του γιατρού του εξαιτίας μιας νόσου.

Αυτό είναι εξόχως σημαντικό καθώς πολλοί άνθρωποι με διάγνωση καρδιαγγειακών νοσημάτων ή καρκίνου υιοθετούν μία χορτοφαγική διατροφή.

Στην παρούσα έρευνα οι ερευνητές συσχέτισαν αυθαίρετα την χορτοφαγική διατροφή με την ασθένεια του Χ συμμετέχοντα. Για να καταλάβουμε το μέγεθος της αυθαιρεσίας και πόσο ερευνητικά λάθος ήταν αυτή η επιλογή τους, είναι σαν να ισχυριστεί κάποιος ερευνητής ότι οι ενέσεις ινσουλίνης προκαλούν διαβήτη επειδή πολλοί διαβητικοί αναγκάζονται να κάνουν ενέσεις ινσουλίνης

Η συγκεκριμένη έρευνα είναι αρκετά γνωστή στην κλινική διατροφολογική ερευνητική κοινότητα και θεωρείται το τέλειο παράδειγμα ‘bad/junk science’, κακής επιστήμης (Garth Davis, 2015).

Ο κ. Σαρλάς συνεχίζει να επιμένει για τη συγκεκριμένη έρευνα πως:

Με άλλα λόγια, οι vegans είχαν υψηλότερη ανάγκη υγειονομικής περίθαλψης και φτωχότερη ποιότητα ζωής”.

Αμφιβάλλω κατά πόσο δύναται ο κ. Σαρλάς να ξεχωρίσει τι πραγματικά είναι άξιο ερευνητικής αναφοράς και τι όχι, από τι στιγμή που στην παρούσα έρευνα οι (μάλλον) vegan ήταν 31 από τους 15,474 συμμετέχοντες.

Για να ολοκληρώσουμε, η έρευνα έχει σοβαρότατα μεθοδολογικά κενά, και όπως μας ενημερώνουν οι ίδιοι οι συγγραφείς της:

We cannot state whether a causal relationship exists (…)”.

Το οποίο μεταφράζεται ως “δε μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει σχέση μεταξύ αιτίου (σ.σ. είδος διατροφής) και αιτιατού (σ.σ. Χ νόσος)”.

Η συγκεκριμένη έρευνα δεν έχει ερευνητική αξία για όλους τους προαναφερθέντες λόγους.

Σε αυτό το σημείο είναι εμφανές ότι ο κ. Σαρλάς κατά πάσα πιθανότητα δεν έχει διαβάσει καμμία από τις έρευνες που παρέθεσε. Πιθανολογώ πως κατέφυγε στη γνωστή, τακτική του PubMed-ing (η τυχαία, random, αναζήτηση στο PubMed), διάβασε τον τίτλο ή, στην καλύτερη περίπτωση, την περίληψη 2-3 ερευνών, και τις έβαλε στο κείμενό του.

Αυτή η τακτική υιοθετείται πλειστάκις από όποιον δεν είναι κατιρτισμένος πάνω στον Χ επιστημονικό τομέα. Κατ’ αρχήν εδώ είναι μια καλή ευκαιρία να ενημερώσουμε τον κ. Σαρλά, ξανά, ότι vegetarian και vegan ΔΕΝ είναι το ίδιο πράγμα.

Το αναφέρω διότι οι έρευνες που παρατίθενται αναφέρονται κυρίως σε vegetarian πληθυσμιακά δείγματα (με τις πλείστες ερευνητικές αδυναμίες που έχουμε επισημάνει ήδη).

Προχωρώντας, από τα γραφόμενά του είναι εμφανές ότι ο κ. Σαρλάς είναι θερμός οπαδός της πλούσιας σε λιπαρά και χαμηλής σε υδατάνθρακες διατροφής (high-fat/low-carb diet), ή αλλιώς της κετογονικής δίαιτας (ketogenic diet).

Δυστυχώς για τον κ. Σαρλά η επιστήμη έχει εξελιχθεί με αποτέλεσμα οι κετογονικές δίαιτες να θεωρούνται πλέον επικίνδυνες για την υγεία, μη βιώσιμες (not sustainable) και ξεπερασμένες (Merino, Kones, Ferre, Plana, Girona, et al., 2014; Noto, Goto, Tsujimoto & Noda, 2013; Fleming, 2000).

Ας δούμε όμως αναλυτικά το γιατί.

Γράφει ο κ. Σαρλάς ότι:

(…) ακόμα και αν φάμε όλα τα λίπη του κόσμου, εάν δεν αυξηθεί παράλληλα η γλυκόζη στο αίμα, (και τα λίπη που τρώμε δεν την αυξάνουν) το αποθηκευμένο λίπος στο σώμα μας δεν πρόκειται να αυξηθεί ούτε κατά ένα γραμμάριο”.

Κατ’ αρχήν να επισημάνουμε ότι “αν φάμε όλα τα λίπη του κόσμου” είναι οργανικά σχεδόν αδύνατο να μην αυξηθεί η ινσουλινική αντίσταση (insulin resistance).

Για να το καταλάβουμε καλύτερα πρέπει να δούμε πως πραγματικά λειτουργεί η ινσουλίνη μέσα από τη διαδικασία της ινσουλινικής αντίστασης. Η ινσουλινική αντίσταση είναι η δυσκολία των μυικών ιστών, του λίπους και των ηπατικών κυττάρων να ανταποκριθούν κανονικά στην ινσουλίνη και να απορροφήσουν τη γλυκόζη από το αίμα με αποτέλεσμα να χρειάζονται υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης για τον ίδιο μηχανισμό (η ινσουλίνη ενεργοποιεί τον κυτταρικό μηχανισμό που επιτρέπει την εισχώρηση της γλυκόζης μέσα στα κύτταρα).

Τα κορεσμένα και τρανς λιπαρά οξέα ευνοούν μια προφλεγμονώδη κατάσταση που οδηγεί στην ινσουλινική αντίσταση. Τα λιπαρά αυτά οξέα μπορούν να εμπλέκονται σε φλεγμονώδεις οδούς, συμβάλλοντας στην εξέλιξη της φλεγμονής σε χρόνια.

Στη διατροφή μας τα κορεσμένα λιπαρά οξέα προέρχονται από ζωικά προϊόντα, ενώ τα τρανς λιπαρά οξέα προέρχονται από το κρέας και το γάλα των μηρυκαστικών ζώων κατά τη διαδικασία της βακτηριακής βιοϋδρογόνωσης (biohydrogenation) των ακόρεστων λιπαρών οξέων (Estadella, da Penha Oller do Nascimento, Oyama, Ribeiro, Damaso, et al., 2013).

Ο τύπος των ελεύθερων λιπαρών οξέων, κορεσμένων ή ακόρεστων, είναι κρίσιμος στην ανάπτυξη της ινσουλινικής αντίστασης κι αυτό γιατί ο βαθμός του κορεσμού συσχετίζεται με την αντίσταση στην ινσουλίνη.

Γνωρίζουμε ότι σε διαβητικούς ασθενείς τα κορεσμένα λιπαρά οξέα (που υπάρχουν άφθονα σε κρέας, γαλακτοκομικά, αυγά) προκαλούν αντίσταση στην ινσουλίνη, ενώ αντιθέτως τα ακόρεστα λιπαρά οξέα (κυρίαρχα στις φυτικές τροφές) βελτιώνουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη (Kraegen & Cooney, 2008).

Επιπλέον, αποδεδειγμένα η ενδομυοκυταρρική (intramyocellular) αποθήκευση λιπιδίων στους μυς είναι σημαντικά χαμηλότερη στους vegan από ότι στους παμφάγους. Ως εκ τούτου, οι vegan είναι περισσότερο ευαίσθητοι στην ινσουλίνη κι έχουν χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας (fasting plasma glucose).

Αυτό στην πράξη σημαίνει πως χρειάζεται ΛΙΓΟΤΕΡΗ έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας καθώς η διαδικασία κατά την οποία επιτρέπεται στη γλυκόζη να διεισδυσει στα κύτταρα γίνεται κανονικά εξαιτίας της σημαντικά λιγότερης σώρευσης λίπους μέσα στα κύτταρα.

Επομένως, το αποθηκεμευμένο λίπος μέσα στα κύτταρα είναι υπεύθυνο για την αναποτελεσματικότητα της ινσουλίνης καθώς είναι πολύ πιο δύσκολη για την ινσουλίνη να ενεργοποιήσει την κυτταρική λειτουργία εισόδου της γλυκόζης.

Αποτέλεσμα αυτού είναι να ανέβουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα καθώς η γλυκόζη δεν μπορεί επιτυχώς να εισχωρήσει στα κύτταρα. Ο μηχανισμός αυτός με τον οποίο τα λιπαρά (κυρίως τα κορεσμένα) ενισχύουν την ινσουλινική αντίσταση έγινε γνωστός πριν από περίπου 2 δεκαετίες όταν είδικες τεχνικές μαγνητικών τομογραφιών (πυρηνικός μαγνητικός συντονισμός πρωτονίων) (proton nuclear magnetic resonance – 1H NMR) δημιουργήθηκαν για να βρεθεί τι ακριβώς συμβαίνει στους μυικούς ιστούς όταν υπάρχε λίπος στο αίμα.

Οι ερευνητές βρήκαν πως η αύξηση του επιπέδου του λίπους στο αίμα προκαλεί ινσουλινική αντίσταση με την αναστολή της μεταφοράς γλυκόζης εντός των κυττάρων (Krssak, Petersen, Dresner, DiPietro, Vogel, et al., 1999; Roden, Price, Perseghin, Petersen,Rothman, et al., 1996).

Το εντυπωσιακό είναι πως αυτό μπορεί να αρχίσει να συμβαίνει μέσα σε 3 μόλις ώρες από την παρουσία του λίπους στο αίμα (Roden, Krssak, Stingl, Grubber, Hofer, et al., 1999). Επίσης, έχει επιβεβαιωθεί και το αντίστροφο: η ελάττωση των επιπέδων λίπους στο αίμα προκαλεί μείωση της ινσουλινικής αντίστασης.

Μειώνοντας δηλαδή την περιεκτικότητα λίπους στο αίμα μειώνουμε κατά συνέπεια και τη γλυκόζη αίματος (Santomauro, Boden, Silva, Rocha, Santos, et al., 1999). Καταλαβαίνουμε επομένως πως σε μία υψηλή σε λιπαρά διατροφή, η ινσουλίνη δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.

Η διατροφή των vegan και το βιοχημικό προφίλ της είναι καρδιο-προστατευτική και προστατεύει τα β-κύτταρα, τα κύτταρα του παγκρέατος που εκκρίνουν την ινσουλίνη (Goff, Bell, So, Dornhorst & Frost, 2005).

Μελέτη στην κοινότητα των Αμερικανών Αντβεντιστών (Adventists) σε δείγμα 41,387 συμμετεχόντων, έδειξε ότι ιδιαίτερα οι vegan διατροφές συνδέονται με χαμηλότερα κρούσματα διαβήτη (Tonstad, Stewart, Oda, Batech, Herring, et al., 2013).

Το ενδιαφέρον είναι ότι η μελέτη έδειξε ότι ακόμα και σε σύγκριση με υγιείς παμφάγους οι οποίοι έτρωγαν χαμηλότερες ποσότητες ζωικών προϊόντων απ’ ότι ένας μέσος παμφάγος, οι vegan είχαν καλύτερα αποτελέσματα (Tonstad, et al., 2013).

Ο επιπολασμός δε του διαβήτη τύπου 2 ήταν 7.6% στους μη χορτοφάγους, 6.1% στους ημι-χορτοφάγους, 4.8% στους θαλασσινο-χορτοφάγους, 3.2% στους vegetarian, και 2.9% στους vegan (Tonstad, et al., 2013).

Όλα τα παραπάνω συσχετίζονται και με τα αποτελέσματα άλλων μεγάλων ερευνών (Tonstad, Butler, Yan & Fraser, 2009; Vang, Singh, Lee, Haddad & Brinegar, 2008).

Εν ολίγοις, η ινσουλινική αντίσταση ΕΝΙΣΧΥΕΤΑΙ με τη λήψη ζωικών προϊόντων, το πάγκρεας ΑΥΞΑΝΕΙ την παραγωγή ινσουλίνης με αποτέλεσμα να ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ η γλυκόζη στο αίμα. Υπάρχουν πάρα πολλές επιστημονικά ισχυρές κλινικές μελέτες που αποδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την άμεση συσχέτηση της κατανάλωσης κρέατος και ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 (Pan, Sun, Bernstein, Manson, Willett,et al., 2013; Micha, Michas & Mozaffarian, 2012; Pan, Sun, Bernstein, Schulze,Manson, et al., 2011; Aune, Ursin & Veierod, 2009).

Η EPIC-InterAct είναι μία μεγάλη επιστημονική έρευνα που εξευρεύνησε το συσχετισμό του τρόπου ζωής και των γονιδίων με την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2 (Bendinelli, Palli, Masala, Sharp, Schulze, et al., 2013). Στην έρευνα πήραν μέρος 8 Ευρωπαϊκές χώρες, ενώ διήρκεσε 11 χρόνια και το δείγμα της ήταν περίπου 340,000 άνθρωποι.

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως όσοι κατανάλωναν κόκκινο κρέας και επεξεργασμένα κρέατα διέτρεχαν εξόχως εντονότερο κίνδυνο για ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2.

Όταν μάλιστα οι ερευνητές απομόνωσαν άλλους συντελεστές επικινδυνότητας για ανάπτυξη διαβήτη (π.χ. κάπνισμα, φυσική άσκηση, κατανάλωση αλκοόλ) η αποκλειστική συσχέτηση διαβήτη και κατανάλωσης κρέατος παρέμεινε υψηλή (Bendinelli, et al., 2013).

Πρόσφατα, μελέτη σε δείγμα 200,727 ανθρώπων έδειξε ότι οι διατροφές με βάση τη χορτοφαγία (plant-based diet) συσχετίζονται με πολύ χαμηλότερικο ρίσκο διαβήτη τύπου 2 (Satija, Bhupathiraju, Rimm, Spiegelman, Chiuve, et al., 2016).

Συνεχίζει μετά ο κ. Σαρλάς λέγοντάς μας ότι:

(…) δεν είναι οι ζωικές τροφές και τα ζωικά λίπη (ούτε καν τα κορεσμένα) αυτά, τα οποία μας παχαίνουν και αυτά, τα οποία προκαλούν τα καρδιαγγειακά επεισόδια. Απότομη αύξηση (ή απότομη μείωση) της γλυκόζης του αίματος οδηγούν σε φλεγμονές και αυτές οι φλεγμονές αποτελούν την άρχουσα αιτία όλων των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Τα επιπλέον μόρια των σακχάρων (της γλυκόζης με άλλα λόγια), ενώνονται με μια ποικιλία πρωτεϊνών, (γλυκοπρωτεϊνες), που με τη σειρά τους τραυματίζουν τα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων”.

Για να δούμε όμως τι μας λέει μέρος της βιβλιογραφίας επί του θέματος αυτού.

Ευρεία μελέτη συνολικού δείγματος 115,782 ατόμων και συνολικού φάσματος παρατήρησης 52 χρόνων, κατέληξε στην άμεση σύνδεση της κατανάλωσης κορεσμένων λιπαρών με τη στεφανιαία νόσο (coronary heart disease) (Zong, Li, Wanders, Alssema, Zock, et al., 2016).

Η ίδια μελέτη αναφέρει πως η μείωση λήψης κορεσμένων λιπαρών και η παράλληλη αύξηση κατανάλωσης υδατανθράκων ολικής άλεσης και φυτικών πρωτεϊνών μπορεί να μειώσει ως και 12% τον κίνδυνο εκδήλωσης στεφανιαίας νόσου (Zong, et al., 2016). Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν αυτά προηγούμενων μελετών.

Συγκεντρωτική ανάλυση (pooled analysis) που έγινε σε πληθυσμιακό δείγμα 344,696 ατόμων και με διαρκεία παρατήρησης από 4 εως 10 έτη, κατέληξε ότι η λήψη κορεσμένων λιπαρών αυξάνει τις πιθανότητες θανάτου από καρδιαγγειακές παθήσεις, ενώ η λήψη υδατανθράκων λειτουργεί προληπτικά και μειώνει των κίνδυνο στεφανιαίας νόσου (Jakobsen, O’Reilly, Heitmann, Pereira, Balter, et al., 2009).

Μελέτη 5 ετών σε πληθυσμιακό δείγμα 73,308 ατόμων έδειξε ότι οι vegan συμμετέχοντες είχαν σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου οφειλόμενο σε οποιαδήποτε αιτία, αλλά και συγκεκριμένα σε καρδιαγγειακές παθήσεις, τόσο σε σύγκριση με τους μη vegetarian όσο και σε σύγκριση με τους vegetarian συμμετέχοντες (Orlich, Singh, Sabate, JaceldoSiegl, Fan, et al., 2013).

Συστηματική ανασκόπηση (systematic review) σε δείγμα 65,508 συμμετεχόντων διαβάζουμε ότι η μείωση των κορεσμένων λιπαρών μείωσε κατά 14% τις πιθανότητες καρδιαγγειακών επεισοδίων (Hooper, Summerbell, Thompson, Sills, Roberts, et al., 2012), ενώ συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση (meta-analysis) 8 τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών με δείγμα 13,614 ατόμων κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα (Mozaffarian, Micha & Wallace, 2010).

Δύο μεγάλες μετα-αναλύσεις με συνολικό δείγμα 200,878 ατόμων κατέληξαν στο ότι οι χορτοφάγοι διατρέχουν χαμηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου από τους μη χορτοφάγους, καθώς και θανάτου οφειλόμενο σε οποιαδήποτε αίτια (Huang, Yang, Zheng, Li, Wahlqvist, et al., 2012; Key, Fraser, Thorogood, Appleby, Beral, et al., 1999).

Πρόσφατη μελέτη σε δείγμα 131,342 ατόμων μας ενημερώνει πως η υψηλή πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης συνδέεται θετικά με την καρδιαγγειακή θνησιμότητα, ενώ η υψηλή πρόσληψη φυτικών πρωτεϊνών συνδέεται με σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά νοσήματα και θανάτου οφειλόμενο σε οποιαδήποτε αίτια (Song, Fung, Hu, Willett, Longo, et al., 2016).

Η γενική συναίνεση στις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη μείωση της κατανάλωσης κορεσμένων λιπαρών προέρχεται από εκατοντάδες πειράματα μεταβολικού θαλάμου (metabolic ward), τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών (randomised controlled trials), και ελεγχόμενων επεμβατικών πειραμάτων (controlled interventional experiments) – και οι τρεις μέθοδοι είναι από τις πιο ισχυρά επιστημονικές μορφές εξαγωγής επιστημονικών κλινικών συμπερασμάτων (Eckel, Jakicic, Ard, Hubbard, de Jesus, et al., 2013; Clarke, Frost, Collins, Appleby & Peto, 1997).

Τα αποτελέσματα λοιπόν ήταν τόσο συνεπή ώστε δημιουργήθηκε η εξίσωση Hegsted (Hegsted equation), η οποία προβλέπει πόση θα είναι η χοληστερόλη που θα αυξηθεί στον οργανισμό ανάλογα με το πόση χοληστερόλη κάποιος θα καταναλώσει (Hooper, et al., 2012; Hegsted, McGandy, Myers & Stare, 1965).

Για παράδειγμα, εάν θέλουμε η χοληστερόλη μας να ανέβει 50 μονάδες, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να λάβουμε το 30% των θερμίδων μας από κορεσμένα λιπαρά. Με την εξίσωση Hegsted μπορούμε να προβλέψουμε μόνο την αλλαγή της LDL (low density lipoprotein – λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας) χοληστερόλης (ή αλλιώς ‘κακή’ χοληστερόλη), όχι όμως την αρχική της τιμή στον οργανισμό μας.

Αυτό συμβαίνει επειδή το σημείο αναφοράς του καθενός μας είναι διαφορετικό ανάλογα με τα γονίδιά μας. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να φάει 250 γραμμάρια επεξεργασμένου κρέατος μία ημέρα και να έχει LDL χοληστερόλη 160 και κάποιος άλλος που τρώει τα ίδια 250 γραμμάρια επεξεργασμένου κρέατος μπορεί να έχει LDL χοληστερόλη 130.

Ενώ όμως τα γονίδιά μας μπορεί να είναι διαφορετικά, η βιολογία μας είναι η παρόμοια, που σημαίνει ότι η αύξηση και η πτώση της χοληστερόλης είναι η ίδια για τους περισσότερους από εμάς. Αν σταματήσουν και οι δύο να καταναλώνουν τα 250 γραμμάρια επεξεργασμένου κρέατος που είπαμε την ημέρα, η LDL από 160 μπορεί να μειωθεί στα 155, ενώ από 130 θα μειωθεί στα 125.

Μπορούμε επομένως να μειώσουμε τη χοληστερόλη μας τρώγοντας λιγότερα κορεσμένα λιπαρά (Eckel, et al., 2013; Hooper, et al., 2012; Clarke, et al., 1997; Sacks, Donner, Castelli, Gronemeyer, Pletka, 1981).

Μετα-ανάλυση σε δείγμα 892,337 ενηλίκων (χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακών παθήσεων) από την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία, και την Ασία, κατέληξε στη θετική συσχέτιση της χοληστερόλης στην πρόκληση ισχαιμικής καρδιοπάθειας, ενώ μείωση της χοληστερόλης (1 mmol/L) μειώνει τον κίνδυνο ισχαιμικής καρδιοπάθειας και θανάτου (Prospective Studies Collaboration, Lewington, Whitlock, Clarke, Sherliker, et al., 2007). Κατά τη διάρκεια των ερευνών σημειώθηκαν 57,070 θανάτοι οφειλόμενοι σε αγγειακές παθήσεις (Prospective Studies Collaboration, et al., 2007).

Συνεχίζοντας ο κ. Σαρλάς μας λέει ότι:

“Τα αλλαντικά και τα σαλάμια είναι ουσιαστικά ωμά κρέατα”.

Θα ήθελα να ενημερώσω τον κ. Σαρλά πως το τμήμα της Διεθνούς Οργάνωσης Έρευνας για τον Καρκίνο (International Agency for Research on Cancer – IARC) του Παγμόσμιου Οργανισμού Ύγειας (World Health Organization – WHO) έχει κατατάξει μετά από εκατοντάδες μελέτες 30+ ετών τα επεξεργασμένα κρέατα στο πρώτο γκρουπ (Group 1) καρκινογενών, μαζί με τον καπνό, το πλουτώνιο, τον αμίαντο, την αεριοποίηση του άνθρακα, την παραγωγή κοκαΐνης, την ακτινοβολία νετρονίων και άλλα 113 στοιχεία/συνθήκες έκθεσης/ακτινοβολίες/μείγματα ως αποδεδειγμένα “καρκινογόνο για τον άνθρωπο” (WHO, 2017a).

Στο δέυτερο γρουπ (Group 2Α) ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τοποθετεί το κόκκινο κρέας ως “πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο” μαζί με το θειϊκό διμεθυλεστέρα, τα αναβολικά στεροειδή και άλλα 78 στοιχεία (WHO, 2017a). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας λοιπόν κατέταξε το επεξεργασμένο και το κόκκινο κρέας στις παραπάνω λίστες καρκινογενών μετά τη συγκριτική έρευνα που έκανε μεταξύ περισσοτέρων από 800 ερευνών (NHS Choices, 2015).

Σε μία από τις μεγαλύτερες συγκεντρωτικές διατροφικές μελέτες που έχουν συγγραφεί, το World Cancer Research Fund (WCRF) και το American Institute for Cancer Research (AICR) ανέλυσαν και αξιολόγησαν 7,000 διατροφικές μελέτες με συνολικό πληθυσμιακό δείγμα εκατομμυρίων ανθρώπων (World Cancer Research Fund & American Institute for Cancer Research, 2007).

Μέσα στα συμπεράσματα της ομάδας των 21 ειδικών ερευνητών από 11 χώρες, ήταν και η ξεκάθαρη σύνδεση της κατανάλωσης επεξεργασμένου και κόκκινου κρέατος με είδη καρκίνου (κυρίως παχέως εντέρου, στομάχου, και παγκρέατος) (World Cancer Research Fund & American Institute for Cancer Research, 2007).

Το WCRF από το 2007 μέχρι σήμερα συνεχώς ανανεώνει τα στοιχεία του βασιζόμενο στα νέα επιστημονικά στοιχεία που προκύπτουν και τα οποία ενισχύουν ακόμα περισσότερο τα αρχικά συμπεράσματα.

Την ίδια στιγμη ο κ. Σαρλάς μας λέει πως:

Δεν υπαρχει (…) πιο ποιοτική τροφή από το αγνό κρέας. Ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να το καταναλώσει ακόμη και ωμό και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες”.

Ουδέν σχόλιον.

Μία ερώτηση στον κ. Σαρλά που δηλώνει φανατικός οπαδός του μέτρον άριστον και σε όσους ασπάζονται το διάσημο γνωμικό του Κλεόβουλου, όσον αναφορά τα διατροφικά ζητήματα: Γιατί να περιορίσουμε την εφαρμογή του μέτρου άριστου μόνο στη διατροφή, στο επεξεργασμένο, αλλά και στο κόκκινο κρέας;

Γιατί όχι μέτρον άριστον ΚΑΙ στο κάπνισμα (βλέπε καπνό), ΚΑΙ στην έκθεση σε ραδιενέργεια (βλέπε πλουτώνιο), ΚΑΙ στην έκθεση στον αμίαντο, και στα διάφορα άλλα στοιχεία που ανήκουν στις ΙΔΙΕΣ κατηγοριές καρκινογενών με το επεξεργασμένο και το κόκκινο κρέας;

Στο κείμενο του κ. Σαρλά διαβάζουμε ότι:

“Στην Τοξικολογία μαθαίναμε, ότι κάθε τροφή μπορεί αυτόματα να μετατραπεί σε δηλητήριο, εάν τα επίπεδά της υπερβούν μια συγκεκριμένη συγκέντρωση”.

Θέλω να επισημάνω σε αυτό το σημείο κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: ΔΕΝ υπάρχει ΟΥΤΕ ΜΙΑ επιστημονική κλινική μελέτη που να συμπεραίνει ότι αυξημένος αριθμός φρούτων ή λαχανικών βλάπτει την υγεία με οποιδήποτε τρόπο. Ούτε μία.

Γράφει επίσης ο κ. Σαρλάς:

(…) ότι από στατιστικές έρευνες προκύπτει, πως οι μισοί και παραπάνω vegans πάσχουν από οστεοπόρωση”.

Καμμία έρευνα δεν παρατίθεται. Αντιθέτως, η ερευνητική βιβλιογραφία δίνει μια διαφορετική εικόνα καθώς υπάρχει υψηλή στατιστική συσχέτιση μεταξύ οστεϊκών παθήσεων και κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων όπως μας ενημερώνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO, 2017b; Butler, 2014). Επιπροσθέτως, έρευνα σε δείγμα 106,772 ατόμων στη Σουηδία κατέληξε στη συσχέτιση της υψηλής κατανάλωσης γάλακτος με υψηλότερο αριθμό καταγμάτων αλλά και υψηλότερη θνησιμότητα (Michaelsson, Wolk, Langenskiold, Basu, Lemming, et al., 2014).

Σε μελέτη του παιδιατρικού νοσοκομείου της Βοστώνης (Children’s Hospital Boston) και των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των Ηνωμένων Πολιτειών (National Institutes of Health – NIH) που έγινε σε 6,712 κορίτσια προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας, οι ερευνητές κατέληξαν πως όχι μόνο η κατανάλωση γαλακτοκομικών δεν προστατεύει από κατάγματα κοπώσεως, αλλά η υψηλή κατανάλωσή τους οδηγεί σε μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καταγμάτων κοπώσεως (Sonneville, Gordon, Kocher, Pierce, Ramappa, et al., 2012).

Το Harvard σε μελέτη του διάρκειας 18 ετών και σε δείγμα 72,337 γυναικών μας ενημερώνει πως δε βρέθηκε η παραμικρή συσχέτιση μεταξύ κατανάλωσης γαλακτοκομικών και μικρότερου ρίσκου οστεϊκών παθήσεων (Feskanich, Willett & Colditz, 2003).

Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνονται κι από πρόσφατη μετα-ανάλυση και συστηματική ανασκοπήση που μελέτησαν πάνω από 100 έρευνες, με συνολικό πληθυσμιακό δείγμα 721,432 ατόμων (Bolland, Leung, Tai, Bastin, Gamble, et al., 2015; Tai, Leung, Grey, Reid & Bolland, 2015).

Θέμα τους η συσχέτιση της πρόσληψης ασβεστίου, κυρίως από τα γαλακτοκομικά, με τον αυξημένο ή μειωμένο κίνδυνο καταγμάτων. Δε βρέθηκε καμμία απολύτως συσχέτιση που σημαίνει ότι η κατανάλωση γαλακτοκομικών ΔΕN συνδέεται με την υγεία των οστών και την καλύτερή τους προστασία από τις οστεϊκές παθήσεις.

Στη συνέχεια μας λέει ο κ. Σαρλάς ότι:

(…) η δε κυτταρίνη ΔΕΝ ΚΑΤΑΒΟΛΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ! Ούτε τα παγκρεατικά ένζυμα, ούτε η χολή, ούτε τα λυσοσώματα με τα υδρολυτικά τους ένζυμα, ουδείς και ουδεμία μπορεί να την διασπάσει”.

Έχει δίκιο εδώ ο κ. Σαρλάς, η κυτταρίνη δεν καταβολίζεται για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο. Δεν είναι αυτός ο ρόλος της. Η κυτταρίνη είναι πολυσακχαρίτης που αποτελεί το κύριο συστατικό των κυτταρικών τοιχωμάτων των φυτικών κυττάρων. Ο ρόλος λοιπόν της κυτταρίνης ΔΕΝ είναι να διασπαστεί ούτε από τα παγκρεατικά ένζυμα, ούτε από τη χολή, ούτε από τα λυσοσώματα με τα υδρολυτικά τους ένζυμα.

Ο ρόλος της κυτταρίνης ως φυτική ίνα είναι να φτάσει ανέπαφη στους πεπτικούς σωλήνες και να θρέψει τη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου και να εξομαλύνει το μεταβολισμό της χοληστερόλης.

Επίσης η κυτταρίνη προωθεί την περισταλτική κίνηση των εντέρων και βοηθάει στον καθαρισμό και την αφόδευσή τους. Κοινώς, είναι πάρα πολύ σημαντική στη λειτουργία της πέψης.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι φυτικές ίνες είναι εύπεπτες από τα βακτήρια του εντέρου τα οποία δημιουργούν με τη σειρά τους τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου (short chain fatty acids – SCFA) με πολλά ευεργετικά για τον οργανισμό αποτελέσματα.

Για παράδειγμα τα SCFA βοηθούν στην αναστολή ανάπτυξης των ‘κακών’ βακτηρίων, βοηθούν στη μείωση του pH του παχέος εντέρου, και αυξάνουν την απορρόφηση διατροφικών στοιχείων (π.χ. ασβέστιο). Επίσης, τα ‘καλά’ εντερικά βακτήρια χρησιμοποιούν τις φυτικές ίνες για τη διατήρηση της φυσιολογικής δομής και λειτουργίας του εντέρου, καθώς και για την πρόσληψη υγρών και ηλεκτρολυτών.

Ένα από τα κύρια συστατικά των κυττάρων (κολονοκύτταρα) του παχέος εντέρου είναι το βουτανικό οξύ (butyric acid), το οποίο τα ‘καλά’ εντερικά βακτήρια το παράγουν από τις φυτικές ίνες. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένο κίνδυνο ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η σταφανιαία καρδιακή νόσος, ο καρκίνος του παχέος εντέρου, ο καρκίνος του μαστού, οι φλεγμονώδεις νόσοι του παχέος εντέρου, και διάφορες άλλες ασθένειες (Kuijsten, Aune, Schulze, Norat, van Woudenbergh, et al., 2015; Kumar, Sinha, Makkar, de Boeck & Becker, 2011; Dong, He, Wang & Qin, 2011; Alexiou & Franck, 2008; Abrams, Griffin, Hawthorne, Liang, Gunn, et al., 2005).

Επιπλέον, η περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες σε τροφές όπως τα φρούτα, τα δημητριακά, τα λαχανικά και τα όσπρια – οι οποίες φυτικές ίνες απουσιάζουν από τα ζωικά προϊόντα, συνδέεται με περαιτέρω τύπους θρεπτικών και ωφέλιμων συστατικών όπως οι μη εκχυλισμένες πολυφαινόλες (nonextractable polyphenols).

Αξίζει να αναφέρουμε πως ορισμένα από τα ωφέλιμα για την υγεία μας αποτελέσματα από την πρόσληψη διαιτητικών ινών μπορεί να οφείλονται στην παρουσία αυτών των πολυφαινολών (Saura-Calixto, 2012; Arranz, Silvan & Saura-Calixto, 2010).

Όλες τις προαναφερθείσες λοιπόν πεπτικές λειτουργίες και τον πολλαπλό ρόλο της κυτταρίνης και των φυτικών ινών στη διαδικασία της πέψης αλλά και των εντερικών λειτουργιών ο κ. Σαρλάς δείχνει να μην τις γνωρίζει πλήρως.

Στο κείμενο του ο κ. Σαρλάς κάνει αναφορά στις Μπλε Ζώνες (Blue Zones) του πλανήτη (οι περιοχές των οποίων οι κάτοικοι έχουν αυξημένο προσδόκιμο ζωής και μειωμένα κρούσματα χρόνιων νόσων), στην ερευνητική μελέτη της Ικαρίας (Ikaria Study), και στα ευεργετικά αποτελέσματα της Μεσογειακής διατροφής.

Ο κ. Σαρλάς δε λαμβάνει υπόψη του ότι η διατροφή μας πλέον ολοένα κι απομακρύνεται από την αυθεντική Μεσογειακή διατροφή, όπως θα δούμε παρακάτω, την οποία αρεσκόμαστε να την αναφέρουμε – λανθασμένα – σε κάθε ευκαιρία για να δικαιολογήσουμε τις ανθυγιεινές μας διατροφικές συνήθειες.

Η Ικαρια είναι μία από τις περιοχές των Μπλε Ζωνών, μαζί με την Okinawa στην Ιαπωνία, την Sardinia στην Ιταλία, τη Nicoya στην Κόστα Ρίκα, και τη Loma Linda στην Καλιφόρνια.

Και οι 5 αυτές περιοχές έχουν ως κοινό τους γνώρισμα τη μακροζωία των κατοίκων τους και τα χαμηλά κρούσματα χρόνιων παθήσεων. Όπως μας λέει ο συγγραφέας του The Blue Zones Solution και ιδρυτής του project των Μπλε Ζωνών, Dan Buettner:

το 95% της διατροφης των κατοίκων στις Μπλε Ζώνες είναι χορτοφαγική, με μόνο το 5% αυτής να προέρχεται από ζωικά προϊόντα” (Blue Zones, 2015).

Για να βάλουμε τα πράγματα σε μία σωστή σειρά λοιπόν πρέπει να δούμε πρώτα τι είναι τελικά η περίφημη Μεσογειακή διατροφή και από τι αποτελείται.

Ήδη από το 1953 σε μελέτη του για τις διατροφικές συνήθειες των Κρητών, το πανεπιστήμιο του Princeton μας αναφέρει ότι άνω του 93% της Μεσογειακής διατροφής αποτελείται από μη ζωικά προϊόντα (Allbaugh, 1953). Συγκεκριμένα: 92% δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ξηροί καρποί, μέλι κι ελαιόλαδο; μόλις 4% κρέας, ψάρι, κι αυγά; μόλις 3% γαλακτοκομικά; και 1% κρασί και λοιπά αλκοολούχα ποτά.

Η αυθεντική Μεσογειακή διατροφή λοιπόν περιλαμβάνει:

α) πολύ υψηλή κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, οσπρίων, λαχανικών,
β) μέτρια προς χαμηλή κατανάλωση ψαρικών,
γ) χαμηλή κατανάλωση γαλακτοκομικών, και
δ) πολύ χαμηλή κατανάλωση κόκκινου και λευκού κρέατος, και λοιπών κορεσμένων λιπαρών (Blue Zones, 2017).

Επομένως, η διατροφή που όλοι μας αγαπάμε να αναφέρουμε ως Μεσογειακή έχει ως βάση της τη χορτοφαγία. Αυτό δεν είναι προσωπική άποψη, είναι επιστημονικό δεδομένο.

Στην έκθεσή του το 2016 για την υγεία και την ευεξία στην Ελλάδα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας μας ενημερώνει για τα εξής:

Παρότι λοιπόν στην Ελλάδα η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη με 386 κιλά κατ’ άτομο το χρόνο, το 2014 περίπου το 66% των ανδρών και το 55% των γυναικών στη χώρα ήταν υπέρβαρο, ενώ το 24% των ανδρών και το 22% των γυναικών ήταν παχύσαρκο, με τα ποσοστά αυτά να παρουσιάζουν αυξητική τάση (WHO, 2016).

Τα ποσοστά πρόωρης θνησιμότητας (θάνατοι κάτω των 69 ετών) με αίτια τα καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα στην Ελλάδα είναι τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών της EU15 (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Ισπανία Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σουηδία και Φινλανδία) (WHO, 2016).

Ανησυχητικό είναι και το γεγονός πως στην Ελλάδα το 72% του συνόλου των θανάτων οφείλεται σε καρδιαγγειακά νοσήματα, αναπνευστικά νοσήματα, και κακοήθη νεοπλάσματα (καρκίνοι), που την φέρνει στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της EU15 (WHO, 2016). Τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι υπεύθυνα για το μεγαλύτερο ποσοστό πρόωρων και μη θανάτων στη χώρα μας (WHO, 2016).

Μετα-ανάλυση 7 ερευνών με συνολικό δείγμα 639,648 ατόμων κατέληξε στο ότι η Μεσογειακή διατροφή υψηλή σε φρούτα, λαχανικά και όσπρια, και χαμήλη σε γαλακτοκομικά, κόκκινο και λευκό κρέας λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στις καρδιαγγειακές νόσους, στον καρκίνο, στις νευρο-εκφυλιστικές ασθένειες (π.χ. Alzheimer, Parkinson), καθώς επίσης και στα εγκεφαλικά (Sofi, Abbate, Gensini & Casini, 2010).

Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν απόλυτα με αυτά προηγούμενων ερευνών που επικεντρώθηκαν αποκλειστικά στον Ελλαδικό χώρο (Trichopoulou, Costacou, Bamia & Trichopoulos, 2003; Trichopoulou, Kouris-Blazos, Wahlqvist, Gnardellis, Lagiou, et al., 1995).

Γίνεται εύκολα αντιληπτό λοιπόν ότι τα ποσοστά αυτά είναι εξαιρετικά υψηλά κι έρχονται ως φυσική συνέπεια κυρίως της απομάκρυνσης του πληθυσμού τις τελευταίες δεκαετίες από τη Μεσογειακή διατροφή. Συνέπεια της απομάκρυνσης αυτής, που συνοδεύεται από αύξηση της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων, είναι και η αύξηση των καρδιαγγειακών νόσων, της παχυσαρκίας, της υπέρτασης, και συγκεκριμένων τύπων καρκίνου (π.χ. παχέως εντέρου, προστάτη, μαστού) (Karalis, Alegakis, Kafatos, Koutis, Vardas, et al., 2007; Nestle, 1995; Serra-Majem, La Vecchia, Ribas-Barba, Prieto-Ramos, Lucchini, et al., 1993; Kafatos, Kouroumalis, Vlachonikolis, Theodorou & Labadarios, 1991; Spiller, 1991).

Η Ικαρία θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα για τον υπόλοιπο πληθυσμό καθώς η διατροφή των κατοίκων της συνεχίζει να είναι στο σύνολό της χορτοφαγική. Στη μελέτη της Ικαρίας που έγινε το 2009, διαβάζουμε πως οι διατροφικές συνήθειες των Ικαριωτών είναι παραπλήσιες της Μεσογειακής διατροφής στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως: εξαιρετικά υψηλές ποσότητες φρούτων και λαχανικών, και χαμηλές ποσότητες κρέατος (Chrysohoou, Pitsavos, Lazaros, Skoumas,Tousoulis, et al., 2016; Panagiotakos, Chrysohoou, Siasos, Zisimos, Skoumas, et al., 2011).

Η μελέτη λοιπόν της Ικαρίας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η, χορτοφαγική στη βάση της (Μεσογειακή) διατροφή των κατοίκων της συνεπικουρεί τόσο στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής όσο και στην ποιότητα που αυτό προσφέρει με χαμηλότερα ποσοστά χρόνιων νόσων (Stefanadis, 2011).

Από τα γραφόμενα του κ. Σαρλά πιθανολογούμε ότι μάλλον δεν έχει διαβάσει ολόκληρο το ερευνητικό υλικό στο οποίο αναφέρεται, ενώ πραγματικά αμφιβάλλω αν ο κ. Σαρλάς γνωρίζει τι ακριβώς περιλαμβάνει η Μεσογειακή διατροφή. Τα επιστημονικά αυτά δεδομένα δεν είναι κακό να τα αγνοεί κάποιος. Το δυστύχημα είναι να φέρεται σαν ειδήμονας όταν εμφανέστατα δεν έχει ούτε την εξειδίκευση, ούτε την απαιτούμενη ερευνητική γνώση για να το κάνει.

Πλέον μέσω της κλινικής ερευνητικής μελέτης, κυρίως των Dr Caldwell Esselstyn και Dr Dean Ornish, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε επιστημονικά πως όχι μόνο η χορτοφαγική διατροφή λειτουργεί προστατευτικά και μειώνει τον κίνδυνο εκδήλωσης καρδιαγγειακών παθήσεων, αλλά μέσω αυτής μπορεί να διακοπούν ή ακόμα και να αντιστραφούν τα καρδιαγγειακά νοσήματα (Esselstyn, Gendy, Doyle, Golubic & Roizen, 2014; Esselstyn, 2007a; Esselstyn, 2007b; Esselstyn, 2001; Esselstyn, 1999; Esselstyn, Ellis, Medendorp & Crowe, 1995; Ornish, Scherwitz, Billings, Gould, Merritt, et al., 1998; Ornish, Brown, Scherwitz, Billings, Armstrong, et al., 1990).

Αυτά τα εξαιρετικής σημασίας κλινικά κι επιστημονικά δεδομένα θα περίμενε κανείς να είναι ευρέως γνωστά καθώς μιλάμε για πρόληψη και αντιστροφή καρδιακών νόσων. Γιατί όμως δεν είναι;

Οι κύριοι λόγοι είναι οι εξής:

1) η χειραγώγηση της επιστήμης,
2) η παραπληροφόρηση του κοινού και η δημιουργία αμφιβολιών ως προς το τι είναι ωφέλιμο και τι όχι,
3) η ελλιπής και ανεπαρκής εκπαίδευση μεγάλης μερίδας του ιατρικού κλάδου σε θέματα διατροφής, αλλά και
4) η μη σωστή αξιολόγηση των πληροφοριών από το κοινό και από μεγάλο μέρος της ιατρικής και επιστημονικής κοινότητας.

Όπως μας λέει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η τακτική της παραπληροφόρησης και της δημιουργίας αμφιβολιών, χρησιμοποίηθηκε κατά κόρον από τη βιομηχανία του καπνού για πάνω από 50 χρόνια με σκοπό την εξαπάτηση του κοινού (Saloojee & Dagli, 2000).

Σήμερα υπάρχουν πολλές ομοιότητες της βιομηχανίας τροφίμων και στον τρόπο που ενεργεί με τις τακτικές που υιοθέτησε στο παρελθόν η βιομηχανία του καπνού (Brownell & Warner, 2009).

Την ίδια στιγμή είναι, όχι και τόσο, κοινό μυστικό στην ιατρική κοινότητα ότι η διατροφολογική εκπαίδευση τόσο σε επίπεδο πανεπιστημίου, όσο και σε επίπεδο ειδίκευσης, είναι ελλιπέσταση και αναχρονιστική. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα:
α) μερίδα του ιατρικού κλάδου να αισθάνεται ότι έχει επαρκείς διατροφολογικές γνώσεις αλλά αυτό να μην επιβεβαιώνεται στην πράξη (Hargrove, Berryman, Yoder & Beverly, 2017), και
β) μερίδα του ιατρικού κλάδου να μην νιώθει σιγουριά για τις διατροφολογικές της γνώσεις, δυσχεραίνοντας την παροχή έγκυρων ιατρικών συμβουλών προς τους ασθενείς (Wong, Van Middendorp, Belci, Van Nes, Roels, et al., 2015; Vetter, Herring, Sood, Shah & Kalet, 2008; Adams, Lindell, Kohlmeier & Zeisel, 2006).

Τον Αύγουστο του 2017 το Harvard σε συνεργασία με το Yale και το Wayne State εξέδωσαν μελέτη 64 σελίδων με θέμα τη δουλειά του Dr Ancel Keys πάνω στα κορεσμένα λιπαρά, τη διαιτητική χοληστερόλη και τον άμεσο ρόλο αυτών στις καρδιαγγειακές παθήσεις (Pett, Kahn, Willett & Katz, 2017).

Συγκεκριμένα, το θέμα της μελέτης είναι το πώς χρησιμοποιήθηκε η δουλειά του Dr Keys από επαγγελματίες (κυρίως δημοσιογράφους-συγγραφείς) που δεν είχαν σχέση με το πεδίο της κλινικής ερευνητικής διατροφολογίας, και το μέγεθος της παραπληροφόρησης που προκλήθηκε και βιώνουμε μέχρι και σήμερα.

Η συγκεκριμένη μελέτη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αξίζει της προσοχής μας για να καταλάβουμε πόσο εύκολα διαιωνιζεται η παραπληροφόρηση από επαγγελματίες που δεν έχουν σχέση με το συγκεκριμένο πεδίο, κι η λανθασμένη ερμηνεία κι αξιολόγηση ερευνητικής δουλειάς από μεγάλο δυστυχώς μέρος της ιατρικής κοινότητας, και του κοινού.

Μεγάλο πρόβλημα του ερευνητικού διατροφολογικού χώρου είναι οι χρηματοδοτούμενες μελέτες από τη βιομηχανία τροφίμων και τις φαρμακευτικές εταιρείες. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και φαιδρά παραδείγματα είναι η Coca-Cola η οποία όπως διαβάζουμε και σε άρθρο του Anahad O’Connor στους New York Times χρηματοδότησε με εκατομμύρια δολάρια ομάδες επιστημόνων ώστε να παράξουν ερευνητικό υλικό που να προτείνει ότι η παχυσαρκία οφείλεται στη μη άσκηση κυρίως, και όχι στην κακή διατροφή (της οποίας η Coca-Cola είναι μέρος).

Τα παραδείγματα όπου η βιομηχανία τροφίμων χειραγωγεί την επιστήμη για εξαγωγή συγκεκριμένων συμπερασμάτων είναι πολλά. Για παράδειγμα, οι έρευνες που έχουν χρηματοδοτηθεί (ή βασίζονται σε μελέτες που έχουν λάβει χορηγήσεις) από τις American Egg Board, Australian Egg Corporation, και Egg Nutrition Center και προτείνουν ότι η διαιτητική χοληστερόλη δε σχετίζεται με τις καρδιαγγειακές παθήσεις ή πως η υψηλή κατανάλωση αυγών από διαβητικούς τύπου 2 είναι απολύτως ασφαλής (Alexander, Miller, Vargas, Weed & Cohen, 2016; Berger, Raman, Vishwanathan, Jacques & Johnson, 2015; Fuller, Sainsbury, Caterson & Markovic, 2015; Fuller, Caterson, Sainsbury, Denyer, Fong, et al., 2015, Shin, Xun, Nakamura & He, 2013; Rong, Chen, Zhu, Song, Yu, et al., 2013), προτάσεις που δεν είναι αποδεκτές και δε διασταυρώνονται σε ανεξάρτητες επιστημονικές μελέτες (Spence, Jenkins & Davignon, 2010; Lau, 2009; Djousse, Gaziano, Buring & Lee, 2009).

Την ίδια στιγμή το Υπουργείο Γεωργίας των Ηνωμένων Πολιτειών (U.S. Department of Agriculture – USDA) έχει απαγορεύσει στη βιομηχανία αυγών να χρησιμοποιεί τους χαρακτηρισμούς ‘healthy’ (υγιεινό) και ‘nutritious’ (θρεπτικό) στη διαφήμηση των προϊόντων της ως ψευδείς και παραπλανητικούς (Greger, 2015).

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις εκατοντάδες περιπτώσεις όπου οι χρηματοδοτήσεις μπορούν να αλλοιώσουν την επιστημονικότητα του διατροφολογικού τομέα.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η Pure Study, μία μελέτη που συμπεριελάμβανε 18 χώρες και δείγμα 135,335 ανθρώπων με μέσο χρόνο παρατήρησης 7.4 χρόνια (Dehghan, Mente, Zhang, Swaminathan, Li, et al., 2017).

Σε ένα από τα συμπεράσματά της η έρευνα καταλήγει πως η υψηλή πρόσληψη υδατανθράκων συσχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας, ενώ τα ολικά λιπαρά (total fat) και μεμονωμένοι τύποι λιπαρών συνδέονται με χαμηλότερη θνησιμότητα, καθώς επίσης κι ότι τα κορεσμένα λιπαρά δε συσχετίζονται σημαντικα με καρδιαγγειακές παθήσεις.

Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς διαβάζοντας τα συμπεράσματα αυτά, πώς είναι δυνατόν ενώ η διατροφή μας τις τελευταίες δεκαετίες να έχει γίνει πιο πλούσια σε λιπαρά, οι θάνατοι από αγγειακές παθήσεις να σημειώνουν ραγδαία αύξηση.

Εξετάζοντας ποιοί χρηματοδότησαν την έρευνα μαθαίνουμε πως οι AstraZeneca, Sanofi-Aventis, Boehringer Ingelheim, Servier, GlaxoSmithKline, Novartis, και King Pharma ήταν οι βασικοί χρηματοδότες καθώς παρείχαν απεριόριστες επιχορηγήσεις στην έρευνα. Όλες τους φαρμακευτικές εταιρείες με άμεσο ενδιαφέρον τη συνέχιση των πωλήσεών τους με την σύγκρουση συμφερόντων ως προς την συμπερασματική εγκυρότητα της μελέτης να είναι προφανής.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την ίδια ώρα αναφέρει πως οι αγγειακές παθήσεις είναι η νούμερο ένα αιτία θανάτου παγκοσμίως, με περίπου 15 εκατομμύρια θανάτους ετησίως (WHO, 2017c). Εξαιρετική ανάλυση με τα μεθοδολογικά και συμπερασματικά κενά, αλλά και προβλήματα της συγκεκριμένης έρευνας έχει δημοσιεύσει σε κείμενό του ο Dr David Katz.

Καθώς η έρευνα σύντομα θα βρει το δρόμο της προς τη μιντιακή και social-μιντιακή ζωή μας (πιθανώς κάτω από τίτλους όπως “τα κορεσμένα λιπαρά δεν είναι βλαβερά για την υγειά”, και άλλους παρόμοιους τίτλους), καλό θα είναι να ξέρουμε με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε σε ερευνητικό επίπεδο και πόσο τελικά αξιόπιστα είναι ή δεν είναι τα συμπεράσματα της μελέτης αυτής.

Η Allison Moodie σε άρθρο της στη Guardian αναφέρεται στη σημασία του να γνωρίζουμε ποιός είναι ο χρηματοδότης της εκάστοτε διατροφολογικής μελέτης. Το Σεπτέμβριο του 2017 η καθηγήτρια Διατροφολογίας, Δημόσιας Υγείας, και Κοινωνιολογίας του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Dr Marion Nestle, σε διατροφολογικό σεμινάριο υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας εξηγεί και αναλύει πώς οι χορηγίες της βιομηχανίας τροφίμων στρεβλώνουν τα επιστημονικά στοιχεία και βλάπτουν τη δημόσια υγεία (WHO, 2017d).

Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζουμε με κριτική διάθεση και να είμαστε σκεπτικοί απέναντι σε οποιαδήποτε πληροφορία πέφτει στα χέρια μας και όπως είδαμε, πάντα να αναζητάμε ποιός χρηματοδοτεί την όποια μελέτη.

Να είμαστε σκεπτικιστές ακόμα και με το κείμενο αυτό. Ο σκεπτικισμός αυτός όμως πρέπει να βασίζεται σε έρευνα, σε επιστημονικά δεδομένα κι επιχειρήματα, όχι σε προσωπικές πεποιθήσεις κι απόψεις χώρις το κατάλληλο γνωσιακό υπόβαθρο και εξειδίκευση.

Η πληροφορία δε μεταφράζεται αυτόματα σε γνώση καθώς η γνώση προϋποθέτει εμπειρία σε συγκεκριμένο τομέα, αλλά και ικανότητα αξιολόγησης των εισερχόμενων πληροφοριών.

Το παρόν κείμενο δεν εκφράζει προσωπικές απόψεις ή γνώμες, αλλά παρουσιάζει επιστημονικά δεδομένα που έχουν προκύψει μέσα από εκατοντάδες μη αμφισβητήσιμες ερευνητικές μελέτες που έχουν επιστημονικά διασταυρωθεί και επαληθευτεί πολλάκις, με πληθυσμιακά δείγματα εκατομμυρίων ανθρώπων από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης και με χρονικό βάθος παρατήρησης πολλών δεκαετιών.

Τα επιστημονικά στοιχεία υπάρχουν και είτε μας αρέσει, είτε όχι η επιστήμη είναι ξεκάθαρη: η κατανάλωση ζωικών προϊόντων είναι επιβλαβής για τον ανθρώπινο οργανισμό, ενώ αντίθετα η διατροφή με βάση τη χορτοφαγία λειτουργεί προστατευτικά και μειώνει τον κίνδυνο εκδήλωσης χρόνιων νοσημάτων αλλά και θανάτου.

Οποιοσδήποτε ισχυρίζεται το αντίθετο απλά αγνοεί την επιστήμη. Το γεγονός λοιπόν ότι μεγάλος αριθμός από εμάς αγνοεί την επιστήμη δεν κάνει τα επιστημονικά αυτά στοιχεία λιγότερο δυνατά ή σημαντικά. Κάνει απλά πιο ξεκάθαρη την άγνοιά μας πάνω στο συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο έρευνας, πράγμα που θα είναι ωφέλιμο για εμάς να το αποδεχτούμε.

Ζούμε σε μία πολύ ιδιαίτερη περίοδο όπου πολλοί από εμάς εκφέρουμε άποψη για θέματα τα όποια είτε δεν καταλαβαίνουμε, είτε αγνοούμε τα επιστημονικά τους δεδομένα, είτε δεν έχουμε την κατάλληλη γνώση για να εκφέρουμε επιστημονική άποψη ή γνώμη.

Μερίδα του κόσμου θέλει απλά να ‘έχει δίκιο’, χωρίς να ενδιαφέρεται πραγματικά να ενημερωθεί, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός συνανθρώπων μας να διακηρύττει την άποψή του πιστεύοντας ότι έχει την ίδια βαρύτητα που έχουν τα επιστημονικά δεδομένα και στοιχεία.

Οι Chris Hoofnagle και Mark Hoofnagle ανέπτυξαν την έννοια του denialism, της άρνησης των επιστημονικών δεδομένων δήλαδη, την οποία χαρακτηρίζουν ως τη χρήση ρητορικών τεχνικών σε συζητήσεις, για την πρόσδοση σοβαροφάνειας εξαιτίας της απουσίας επιστημονικής επιχειρηματολογίας (Diethelm & McKee, 2009).

Η προσέγγιση αυτή από μερίδα του κόσμου, η οποία συνοδεύεται από απουσία κατάλληλου γνωσιακού υποβάθρου επί του θέματος εξέτασης και συζήτησης, έχει ως στόχο να απορρίψει στοιχεία επί των οποίων υπάρχει επιστημονική συναίνεση και επιβεβαίωση (Diethelm & McKee, 2009).

Στο ερώτημα γιατί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων δε δέχεται τα επιστημονικά στοιχεία απαντάει η Elizabeth Kolbert σε ένα εξαιρετικό άρθρο στο New Yorker, και οι Troy Campbell και Justin Friesen με άρθρο τους στο Scientific American. Μία διαφορετική και άκρως ενδιαφέρουσα προσέγγιση στο ίδιο θέμα μας δίνει ο David Ropeik σε άρθρο του στο Psychology Today.

Ίσως δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι γνωστικά έτοιμοι ώστε να επεξεργαστούμε και να δεχτούμε επιστημονικά δεδομένα τα οποία θα έρθουν σε σύγκρουση με τον αξιακό μας κόσμο και τις καθημερινές μας συνήθειες. Ζούμε σε μία περίοδο που οι εξελικτικές και περιβαλλοντολογικές αλλαγές συμβαίνουν πολύ γρήγορα ώστε η φυσική επιλογή να συγχρονιστεί.

Αναπόφευκτα βέβαια, όπως πάντα, η φυσικη επιλογή θα συγχρονιστεί οπότε πρέπει να αποφασίσουμε για το ρόλο που θέλουμε η επιστήμη να έχει στη ζωή μας.

Αναστάσιος Τουμπανάκης
Υποψήφιος διδάκτορας του City, University of London
Αναλυτής έρευνας του West London Mental Health NHS Trust
Συνεργάτης λέκτορας της Ιατρικής Σχολής του Imperial College London

Υ.Γ.: Απαντήσεις σε άλλα θέματα που θίγει ο κ. Σαρλάς δίνει σε κείμενό του ο κ. Σταύρος Λαζόπουλος.

Βιβλιογραφία:

  • Abrams, S.A., Griffin, I.J., Hawthorne, K.M., Liang, L., Gunn, S.K., Darlington, G. & Ellis, K.J. (2005). A combination of prebiotic short- and long-chain inulintype fructans enhances calcium absorption and bone mineralization in young adolescents, The American Journal of Clinical Nutrition, 82 (2), 471-476.
  • Adams, K.M., Lindell, K.C., Kohlmeier, M. & Zeisel, S.H. (2006). Status of nutrition education in medical schools, The American Journal of Nutrition, 83 (4), 941S-944S.
  • Alexander, D.D., Miller, P.E., Vargas, A.J., Weed, D.L. & Cohen, S.S. (2016). Meta-analysis of egg consumption and risk of coronary heart disease and stroke, Journal of the American College of Nutrition, 35 (8), 704-716.
  • Alexiou, H. & Franck, A. (2008). Prebiotic inulin-type fructans: nutritional benefits beyond dietary fibre source, Nutrition Bulletin, 33, 227-233.
  • Allbaugh, L.G. (1953). Crete: a case study of an underdeveloped area. Princeton: Princeton University Press.
  • Arranz, S., Silvan, J.M. & Saura-Calixto, F. (2010). Nonextractable polyphenols, usually ignored, are the major part of dietary polyphenols: a study on the Spanish diet, Molecular Nutrition and Food Research, 54 (11), 1646-1658.
  • Aune, D., Ursin, G. & Veierod, M.B. (2009). Meat consumption and the risk of Type 2 diabetes: a systematic review and meta-analysis of cohort studies, Diabetologia, 52 (11), 2277-2287.
  • Bendinelli, B., Palli, D., Masala, G., Sharp, S.J., Schulze, M.B., Guevara, M., van Der, A.D., Sera, F., Amiano, P., Balkau, B., Barricarte, A., Boeing, H., Crowe, F.L., Dahm, C.C., Dalmeijer, G., de Lauzon-Guillain, B., Egeberg, R., Fagherazzi, G., Franks, P.W., Krogh, V., Huerta, J.M., Jakszyn, P., Khaw, K.T., Li, K., Mattiello, A., Nilsson, P.M., Overvad, K., Ricceri, F., Rolandsson, O., Sanchez, M.J., Slimani, N., Sluijs, I., Spijkerman, A.M., Teucher, B., Tjonneland, A., Tumino, R., van den Berg, S.W., Foroughi, N.G., Langeberg, C., Feskens, E.J., Riboli, E. & Wareham, N.J. (2013). Association between dietary meat consumption and incident Type 2 diabetes: the EPIC-InterAct study, Diabetologia, 56 (1), 47-59.
  • Berger, S., Raman, G., Vishwanathan, R., Jacques, P.F. & Johnson, E.J. (2015). Dietary cholesterol and cardiovascular disease: a systematic review and meta-analysis, The American Journal of Clinical Nutrition, 102 (2), 276-294.
  • Blue Zones. (2017). Diet and Dementia. London: Retrieved on 02/10/2017 from https://bluezones.com/2017/07/diet-dementia-foods-increase-decrease-alzheimers-risk.
  • Blue Zones. (2015). The Blue Zones Solution. London: Retrieved on 02/10/2017 from https://bluezones.com/2015/04/the-blue-zones-solution-secrets-of-the-worlds-healthiest-people-9-questions-for-dan-buettner.
  • Bolland, M.J., Leung, W., Tai, V., Bastin, S., Gamble, G., Grey, A. & Reid, I.R. (2015). Calcium intake and risk of fracture: systematic review, The British Medical Journal, doi: 10.1136/bmj.h4580.
  • Brownell, K.D. & Warner, K.E. (2009). The perils of ignoring history: big tobacco played dirty and millions dies. How similar is big food?, The Milbank Quarterly, 87 (1), 259-294.
  • Burkert, N.T., Muckenhuber, J., Grobschadl, F., Rasky, E. & Freidl, W. (2014). Nutrition and health – the association between eating behavior and various health parameters: a matched sample study, Plos One, 9 (2), e88278.
  • Butler, J. (2014). White lies. Bristol: Viva.
  • Campbell, T. & Friesen, J. (2015). Why people “fly from facts”. Scientific American. London: Retrieved on 11/10/2017 from https://www.scientificamerican.com/article/why-people-fly-from-facts.
  • Carrier, K.M., Steinhardt, M.A. & Bowman, S. (1994). Rethinking traditional weight management programs: a 3-year follow-up evaluation of a new approach, The Journal of Psychology, 128 (5), 517-535.
  • Chrysohoou, C., Pitsavos, C., Lazaros, G., Skoumas, J., Tousoulis, D. & Stefanadis, C. (2016). Determinants of all-cause mortality and incidence of cardiovascular disease (2009 to 2013) in older adults: the Ikaria Study of the Blue Zones, Angiology, 67 (6), 541-548.
  • Clarke, R., Frost, C., Collins, R., Appleby, P. & Peto, R. (1997). Dietary lipids and blood cholesterol: a quantitative meta-analysis of metabolic ward studies, British Medical Association, 314 (7074), 112-117.
  • Davis, G. (2015). Proteinoholic. New York: HarperCollins.
  • Dehghan, M., Mente, A., Zhang, X., Swaminathan, S., Li, W., Mohan, V., Iqbal, R., Kumar, R., Wentzel-Viljoen, E., Rosengren, A., Amma, L.I., Avezum, A., Chifamba, J., Diaz, R., Khatib, R., Lear, S., Lopez-Jaramillo, P., Liu, X., Gupta, R., Mohammadifard, N., Gao, N., Oguz, A., Ramli, A.S., Seron, P., Sun, Y., Szuba, A., Tsolekile, L., Wielgosz, A., Yusuf, R., Yusufali, A.H., Teo, K.K., Rangarajan, S., Dagenais, G., Bangdiwala, S.I., Islam, S., Anand, S.S., Yusuf, S. & Prospective Urban Rural Epidemiology (PURE) study investigators. (2017). Associations of fats and carbohydrate intake with cardiovascular disease and mortality in 18 countries from five continents (PURE): a prospective cohort study, The Lancet, doi: 10.1016/S0140-6736(17)32252-3.
  • Diethelm, P. & McKee, M. (2009). Denialism: what is it and how should scientists respond?, European journal of Public Health, 19 (1), 2-4.
  • Djousse, L., Gaziano, J.M., Buring, J.E. & Lee, I.M. (2009). Egg consumption and risk of Type 2 diabetes in men and women, Diabetes Care, 32 (2), 295-300.
  • Dong, J.Y., He, K., Wang, P. & Qin, L.Q. (2011). Dietary fiber intake and risk of breast cancer: a meta-analysis of prospective cohort studies, The American Journal of Clinical Nutrition, 94 (3), 900-905.
  • Eckel, R.H., Jakicic, J.M., Ard, J.D., Hubbard, V.S., de Jesus, J.M., Lee, I.M., Lichtenstein, A.H., Loria, C.M., Millen, B.E., Houston-Miller, N., Nonas, C.A., Sacks, F.M., Smith, S.C., Svetkey, L.P., Wadden, T.W. & Yanovski, S.Z. (2013). 2013 AHA/ACC guideline on lifestyle management to reduce cardiovascular risk; a report of the American College of Cardiology/American Heart Association task force on practice guidelines, Circulation, doi: 10.1161/01.cir.0000437740.48606.d1.
  • Esselstyn, C.B., Gendy, G., Doyle, J., Golubic, M. & Roizen, M.F. (2014). A way to reverse CAD, The Journal of Family Practice, 63 (7), 356-364b.
  • Esselstyn, C.B. (2007a). Prevent and reverse heart disease. New York: Avery.
  • Esselstyn, C.B. (2007b). We can prevent and even reverse coronary artery heart disease, Medscape General Medicine, 9 (3), 46.
  • Esselstyn, C.B. (2001). Resolving the coronary artery disease epidemic through plant-based nutrition, Preventive Cardiology, 4 (4), 171-177.
  • Esselstyn, C.B. (1999). Updating a 12-year experience with arrest and reversal therapy for coronary heart disease (an overdue requiem for palliative cardiology), The American Journal of Cardiology, 84 (3), 339-341.
  • Esselstyn, C.B., Ellis, S.G., Medendorp, S.V. & Crowe, T.D. (1995). A strategy to arrest and reverse coronary artery disease: a 5-year longitudinal study of a single physician’s practice, The Journal of Family Practice, 41 (6), 560-568.
  • Estadella, D., da Penha Oller do Nascimento, C.M., Oyama, L.M., Ribeiro, E.B., Damaso, A.R. & de Piano, A. (2013). Lipotoxicity: effects of dietary saturated and transfatty acids, Mediators of Inflammation, 2013 (5), 137579, doi: 10.1155/2013/137579.
  • Fan, X., Miller, B.C., Park, K.E., Winward, B.W., Christensen, M., Grotevant, H.D. & Tai, R.H. (2006). An exploratory study about inaccuracy and invalidity in adolescent self-report surveys, Field Methods, 13 (6), 223-244.
  • Feskanich, D., Willett, W. & Colditz, G.A. (2003). Calcium, vitamin D, milk consumption, and hip fractures: a prospective study among postmenopausal women, American Society for Clinical Nutrition, 77 (2), 504-511.
  • Fleming, R.M. (2000). The effect of high-protein diets on coronary blood flow, Angiology, 51 (10), 817-826.
  • Fuller, N.R., Sainsbury, A., Caterson, I.D. & Markovic, T.P. (2015). Egg consumption and human cardio-metabolic health in people with and without diabetes, Nutrients, 7 (9), 7399-7420.
  • Fuller, N.R., Caterson, I.D., Sainsbury, A., Denyer, G., Fong, M., Gerofi, J., Baqleh, K., Williams, K.H., Lau, N.S. & Markovic, T.P. (2015). The effect of a high-egg diet on cardiovascular risk factors in people with Type 2 diabetes: the Diabetes and Egg (DIABEGG) study – a 3-mo randomized controlled trial, The American Journal of Clinical Nutrition, 101 (4), 705-713.
  • Goff, L.M., Bell, J.D., So, P.W., Dornhorst, A. & Frost, G.S. (2005). Veganism and its relationship with insulin resistance and intramyocellular lipid, European Journal of Clinical Nutrition, 59 (2), 291-298.
  • Greger, M. (2015). Peeks behind the egg industry curtain. London: Retrieved on 22/10/2017 from https://nutritionfacts.org/2015/03/26/peeks-behind-the-egg-industry-curtain.
  • Hargrove, E.J., Berryman, D.E., Yoder, J.M. & Beverly, E.A. (2017). Assessment of nutrition knowledge and attitudes in preclinical osteopathic medical students, The Journal of the American Osteopathic Association, 117 (10), 622-633.
  • Hegsted, D.M., McGandy, R.B., Myers, M.L. & Stare, F.J. (1965). Quantitative effects of dietary fat on serum cholesterol in man, The American Journal of Clinical Nutrition, 17 (5), 281-295.
  • Hooper, L., Summerbell, C.D., Thompson, R., Sills, D., Roberts, F.G., Moore, H.J. & Davey-Smith, G. (2012). Reduced or modified dietary fat for preventing cardiovascular disease, The Cochrane Database of Systematic Reviews, 16 (5), CD002137, doi: 10.1002/14651858.CD002137.pub3.
  • Huang, T., Yang, B., Zheng, J., Li, G., Wahlqvist, M.L. & Li, D. (2012). Cardiovascular disease mortality and cancer incidence in vegetarians: a meta-analysis and systematic review, Annals of Nutrition and Metabolism, 60 (4), 233-240.
  • Jacobsen, M.U., O’Reilly, E.J., Heitmann, B.L., Pereira, M.A., Balter, K., Fraser, G.E., Goldbourt, U., Hallmans, G., Knekt, P., Liu, S., Pietinen, P., Spiegelman, D., Stevens, J., Virtamo, J., Willett, W.C. & Ascherio, A. (2009). Major types of dietary fat and risk of coronary heart disease: a pooled analysis of 11 cohort studies, The American journal of Clinical Nutrition, 89 (5), 1425-1432.
  • Kafatos, A., Kouroumalis, I., Vlachonikolis, I., Theodorou, C. & Labadarios, D. (1991). Coronary-heart-disease risk-factor status of the Cretan urban population in the 1980s, The American Journal of Clinical Nutrition, 54 (3), 591-598.
  • Karalis, I.K., Alegakis, A.K., Kafatos, A.G., Koutis, A.D., Vardas, P.E. & Lionis, C.D. (2007). Risk factors for ischaemic heart disease in a Cretan rural population: a twelve year follow-up study, BioMed Central Public Health, 7, doi: 10.1186/1471-2458-7-351.
  • Katz, D. (2017). Diet and health: puzzling past paradox to PURE understanding (or: what the PURE study really means…). London: Retrieved on 12/10/2017 from https://www.linkedin.com/pulse/diet-health-puzzling-past-paradox-pure-understanding-david/?trk=mp-reader-card.
  • Key, T.J., Fraser, G.E., Thorogood, M., Appleby, P.N., Beral, V., Reeves, G., Burr, M.L., Chang-Claude, J., Frentzel-Beyme, R., Kuzma, J.W., Mann, J. & McPherson, K. (1999). Mortality in vegetarians and nonvegetarians: detailed findings from a collaborative analysis of 5 prospective studies, The American Journal of Clinical Nutrition, 70 (3), 516-524.
  • Kolbert, E. (2017). Why facts don’t change our minds. The New Yorker. London: Retrieved on 11/10/2017 from https://www.newyorker.com/magazine/2017/02/27/why-facts-dont-change-our-minds.
  • Kraegen, E.W. & Cooney, G.J. (2008). Free fatty acids and skeletal muscle insulin resistance, Current Opinion in Lipidology, 19 (3), 235-241.
  • Krssak, M., Petersen, K.F., Dresner, A., DiPietro, L., Vogel, S.M., Rothman, D.L., Shulman, G.I. & Roden, M. (1999). Intramyocellular lipid concentrations are correlated with insulin sensitivity in humans: a 1H NMR spectroscopy study, Diabetologia, 42 (1), 113-116.
  • Kuijsten, A., Aune, D., Schulze, M.B., Norat, T., van Woudenbergh, G.J., Beulens, J.W., Sluijs, I., Spijkerman, A.M., van Der, A.D.L., Palli, D., Kuhn, T., Wendt, A., Buijsse, B., Boeing, H., Pala, V., Amiano, P., Buckland, G., Huerta, J.M., Tjoonneland, A., Kyro, C., Redondo, M.L., Sacerdote, C., Sanchez, M.J., Fagherazzi, G., Balkau, B., Lajous, M., Panico, S., Franks, P.W., Rolandsson, O., Nilsson, P., Orho-Melander, M., Overvad, K., Huybrechts, I., Slimani, N., Tumino, R., Barricarte, A., Key, T.J., Feskens, E.J., Langenberg, C., Sharp, S., Foroughi, N.G., Riboli, E. & Wareham, N.J. (2015). Dietary fibre and incidence of Type 2 diabetes in eight European countries: the EPIC-InterAct study and a meta-analysis of prospective studies, Diabetologia, 58 (7), 1394-1408.
  • Kumar, V., Sinha, A.K., Makkar, H.P.S., de Boeck, G. & Becker, K. (2012). Dietary roles of non-starch polysaccharides in human nutrition: a review, Critical Reviews in Food Science and Nutrition, 52 (10), 899-935.
  • Lau, D.C. (2009). Dietary cholesterol and other nutritional considerations in people with diabetes, The International Journal of Clinical Practice, 63 (163), 15-21.
  • Merino, J., Kones, R., Ferre, R., Plana, N., Girona, J., Aragones, G., Ibarretxe, D., Heras, M. & Masana, L. (2013). Negative effect of a low-carbohydrate, high-protein, high-fat diet on small peripheral artery reactivity in patients with increased cardiovascular risk, The British Journal of Nutrition, 109 (7), 1241-1247.
  • Micha, R., Michas, G. & Mozaffarian, D. (2012). Unprotected red and processed meats and risk of coronary artery disease and Type 2 diabetes: an updated review of the evidence, Current Atherosclerosis Reports, 14 (6), 515-524.
  • Michaelsson, K., Wolk, A., Langenskiold, S., Basu, S., Lemming, E.W., Melhus, H. & Byberg, L. (2014). Milk intake and risk of mortality and fractures in women and men: cohort studies, The British Medical Journal, doi: 10.1136/bmj.g6015.
  • Michalak, J., Zhang, X.C. & Jacobi, F. (2012). Vegetarian diet and mental disorders, results from a representative community survey, The International Journal of Behavioral Nutrition and Physical Activity, 9, 67, doi: 10.1186/1479-5868-9-67.
  • Moodie, A. (2016). Before you read another health study, check who’s funding the research, The Guardian. London: Retrieved on 12/10/2017 from https://www.theguardian.com/lifeandstyle/2016/dec/12/studies-health-nutrition-sugar-coca-cola-marion-nestle.
  • Mozaffarian, D., Micha, R. & Wallace, S. (2010). Effects of coronary heart disease of increasing polyunsaturated fat in place of saturated fat: a systematic review and meta-analysis of randomized controlled trials, PLOS Medicine, doi: 10.1371/journal.pmed.1000252.
  • Nestle, M. (1995). Mediterranean diets: historical and research overview, The American Journal of Clinical Nutrition, 61 (6), 1313-1320.
  • NHS Choices. (2015). Processed meat causes cancer warns WHO report. London: Retrieved on 03/09/2017 from https://www.nhs.uk/news/cancer/processed-meat-causes-cancer-warns-who-report.
  • Noto, H., Goto, A., Tsujimoto, T. & Noda, M. (2013). Low-carbohydrate diets and all-cause mortality: a systematic review and meta-analysis of observational studies, PLoS One, 8 (1), doi: 10.1371/journal.pone.0055030.
  • O’Connor, A. (2015). Coca-Cola funds scientists who shift blame for obesity away from bad diets, The New York Times. London: Retrieved on 12/10/2017 from https://well.blogs.nytimes.com/2015/08/09/coca-cola-funds-scientists-who-shift-blame-for-obesity-away-from-bad-diets/?_r=0.
  • Orlich, M.J., Singh, P.N., Sabate, J., Jaceldo-Siegl, K., Fan, J., Knutsen, S., Beeson, W.L. & Fraser, G.E. (2013). Vegetarian dietary patterns and mortality in Adventist Health Study 2, Journal of the American Medical Association Internal Medicine, 173 (13), 1230-1238.
  • Ornish, D., Scherwitz, L.W., Billings, J.H., Gould, K.L., Merritt, T.A., Sparler, S., Armstrong, W.T., Ports, T.A., Kirkeeide, R.L., Hogeboom, C. & Brand, R.J. (1998). Intensive lifestyle changes for reversal of coronary heart disease, Journal of the American Medical Association, 280 (23), 2001-2007.
  • Ornish, D., Brown, S.E., Scherwitz, L.W., Billings, J.H., Armstrong, W.T., Ports, T.A., McLanahan, S.M., Kirkeeide, R.L., Brand, R.J. & Gould, K.L. (1990). Can lifestyle changes reverse coronary heart disease? The lifestyle Heart Trial, The Lancet, 336 (8708), 129-133.
  • Pan, A., Sun, Q., Bernstein, A.M., Manson, J.E., Willett, W.C. & Hu, F.B. (2013). Changes in red meat consumption and subsequent risk of Type 2 diabetes mellitus: three cohorts of US men and women, Journal of the American Medical Association Internal Medicine, 173 (14), 1328-1335.
  • Pan, A., Sun, Q., Bernstein, A.M., Schulze, M.B., Manson, J.E., Willett, W.C. & Hu, F.B. (2011), Red meat consumption and risk of Type 2 diabetes: 3 cohorts of US adults and an updated meta-analysis, The American Journal of Clinical Nutrition, 94 (4), 1088-1096.
  • Panagiotakos, D.B., Chrysohoou, C., Siasos, G., Zisimos, K., Skoumas, J., Pitsavos, C. & Stefanadis, C. (2011). Sociodemographic and lifestyle statistics of oldest old people (> 80 years) living in Ikaria island: the Ikaria Study, Cardiology Research and Practice, 5, doi: 10.4061/2011/679187.
  • Perry, C.L., McGuire, M.T., Neumark-Sztainer, D. & Story, M. (2001). Characteristics of vegetarian adolescents in a multi-ethnic urban population, Journal of Adolescent Health, 29 (6), 406-416.
  • Pett, K.D., Kahn, J., Willett, W.C. & Katz, D.L. (2017). Ancel Keys and the Seven Countries Study: an evidence-based response to revisionist histories; White paper. Derby: The True Health Initiative.
  • Prospective Studies Collaboration, Lewington, S., Whitlock, G., Clarke, R., Sherliker, P., Emberson, J., Halsey, J., Qizilbash, N., Peto, R. & Collins, R. (2007). Blood cholesterol and vascular mortality by age, sex, and blood pressure: a meta-analysis of individual data from 61 prospective studies with 55,000 vascular deaths, The Lancet, 370 (9602), 1829-1839.
  • Roden, M., Krssak, M., Stingl, H., Gruber, S., Hofer, A., Furnsinn, C., Moser, E. & Waldhausl, W. (1999). Rapid impairment of skeletal muscle glucose transport/phosphorylation by free fatty acids in humans, Diabetes, 48 (2), 358-364.
  • Roden, M., Price, T.B., Perseghin, G., Petersen, K.F., Rothman, D.L., Cline, G.W. & Shulman, G.I. (1996). Mechanism of free fatty acid-induced insulin resistance in humans, The Journal of Clinical Investigation, 95 (12), 2859-2865.
  • Rong, Y., Chen, L., Zhu, T., Song, Y., Yu, M., Shan, Z., Sands, A., Hu, F.B. & Liu, L. (2013). Egg consumption and risk of coronary heart disease and stroke: dose-response meta-analysis of prospective cohort studies, British Medical Journal, 346, doi: 10.1136/bmje.8539.
  • Ropeik, D., (2010). Why changing somebody’s mind, or yours, is hard to do. Psychology Today. London: Retrieved on 11/10/2017 from https://www.psychologytoday.com/blog/how-risky-is-it-really/201007/why-changing-somebody-s-mind-or-yours-is-hard-do.
  • Sacks, F.M., Donner, A., Castelli, W.P., Gronemeyer, J., Pletka, P., Margolius, H.S., Landsberg, L. & Kass, E.H. (1981). Effect of ingestion of meat on plasma cholesterol of vegetarians, Journal of the American Medical Association, 246 (6), 640-644.
  • Saloojee, Y. & Dagli, E. (2000). Tobacco industry tactics for resisting public policy on health, Bulletin of the World Health Organization, 78 (7), 902-910.
  • Santomauro, A.T.M.G., Boden, G., Silva, M.E.R., Rocha, D.M., Santos, R.F., Ursich, M.J.M., Strassmann, P.G. & Wajchenberg, B.L. (1999). Overnight lowering of free fatty acids with acipimox improves insulin resistance and glucose tolerance in obese diabetic and nondiabetic subjects, Diabetes, 48 (9), 1836-1841.
  • Satija, A., Bhupathiraju, S.N., Rimm, E.B., Spiegelman, D., Chiuve, S.E., Borgi, L., Willett, W.C., Manson, J.E., Sun, Q. & Hu, F.B. (2016). Plant-based dietary patterns and incidence of Type 2 diabetes in US men and women: results from three prospective cohort studies, PLoS Medicine, 13 (6), doi: 10.1371/journal.pmed.1002039.
  • Saura-Calixto, F. (2012). Concept and health-related properties of Nonextractable polyphenols: the missing dietary polyphenols, Journal of Agricultural and Food Chemistry, 60 (45), 11195-11200.
  • Serra-Majem, L., La Vecchia, C., Ribas-Barba, L., Prieto-Ramos, F., Lucchini, F., Ramon, J.M. & Salleras, L. (1993). Changes in diet and mortality from selected cancers in southern Mediterranean countries, 1960-1989, European Journal of Clinical Nutrition, 47 (1), 25-34.
  • Shin, J.Y., Xun, P., Nakamura, Y. & He, K. (2013). Egg consumption in relation to risk of cardiovascular disease and diabetes: a systematic review and meta-analysis, The American Journal of Clinical Nutrition, 98 (1), 146-159.
  • Skiadas, P.K. & Lascaratos, J.G. (2001). Dietetics in ancient Greek philosophy: Plato’s concepts of health diet, European Journal of Clinical Nutrition, 55 (7), 532-537.
  • Sofi, F., Abbate, R., Gensini, G.F. & Casini, A. (2010). Accruing evidence of benefits of adherence to the Mediterranean diet on health: an updated systematic review and meta-analysis, The American Journal of Nutrition, 92 (5), 1189-1196.
  • Song, M., Fung, T.T., Hu, F.B., Willett, W.C., Longo, V.D., Chan, A.T., Giovannucci, E.L. (2016). Association of animal and plant protein intake with all-cause and cause-specific mortality, Journal of the American Medical Association Internal Medicine, 176 (10), 1453-1463.
  • Sonneville, K.R., Gordon, C.M., Kocher, M.S., Ramappa, A. & Filed, A.E. (2012). Vitamin D, calcium, and dairy intakes and stress fractures among female adolescents, Archives of Pediatrics and Adolescent Medicine, 166 (7), 595-600.
  • Spence, J.D., Jenkins, D.J.A. & Davignon, J. (2010). Dietary cholesterol and egg yolks: not for patients at risk of vascular disease, The Canadian Journal of Cardiology, 26 (9), e336-e339.
  • Spiller, G.A. (1991). The Mediterranean diets in health and disease. New York: AVI/Van Nostrand Reinhold.
  • Stefanadis, C. (2011). Unveiling the secrets of longevity: the Ikaria Study, Hellenic Journal of Cardiology, 52 (5), 479-480.
  • Tai, V., Leung, W., Grey, A., Reid, I.R. & Bolland, M.J. (2015). Calcium intake and bone mineral density: systematic review and meta-analysis, The British Medical Journal, 351, doi: 10.1136/bmj.h4183.
  • Tonstad, S., Stewart, K., Oda, K., Batech, M., Herring, R.P. & Fraser, G.E. (2013). Vegetarian diets and incidence of diabetes in the Adventist Health Study-2, Nutrition, Metabolism, and Cardiovascular Diseases, 23 (4), 292-299.
  • Tonstad, S., Butler, T., Yan, R. & Fraser, G. E. (2009). Type of vegetarian diet, body weight, and prevalence of Type 2 diabetes, Diabetes Care, 32 (5), 791-796.
  • Trichopoulou, A., Costacou, T., Bamia, C. & Trichopoulos, D. (2003). Adherence to a Mediterranean diet and survival in a Greek population, The New England Journal of Medicine, 348 (26), 2599-2608.
  • Trichopoulou, A., Kouris-Blazos, A., Wahlqvist, M.L., Gnardellis, C., Lagiou, P., Polychronopoulos, E., Vassilakou, T., Lipworth, L. & Trichopoulos, D. (1995). Diet and overall survival in elderly people, British Medical Journal, 311 (7018), 1457-1460.
  • Vang, A., Singh, P.N., Lee, J.W., Haddad, E.H. & Brinegar, C.H. (2008). Meats, processed meats, obesity, weight gain and occurrence of diabetes among adults: findings from Adventist Health Studies, Annals of Nutrition and Metabolism, 52 (2), 96-104.
  • Varady, K.A. & Hellerstein, M.K. (2007). Alternate-day fasting and chronic disease prevention: a review of human and animal trials, The American Journal of Clinical Nutrition, 86 (1), 7-13.
  • Vetter, M.L., Herring, S.J., Sood, M., Shah, N.R. & Kalet, A.L. (2008). What do resident physicians know about nutrition? An evaluation of attitudes, self-perceived proficiency and knowledge, Journal of the American College of Nutrition, 27 (2), 287-298.
  • Vika, E. (2011). Diachronic dietary reconstructions in ancient Thebes, Greece: results from stable isotope analyses, Journal of Archaeological Science, 38 (5), 1157-1163.
  • Wojciak, R.W. (2014). Effect of short-term food restriction on iron metabolism, relative well-being and depression symptoms in healthy women, Eating and Weight Disorder, 19 (3), 321-327.
  • Wong, S., Van Middendorp, J., Belci, M., Van Nes, I., Roels, E., Smith, E., Hirani, S.P. & Forbes, A. (2015). Knowledge, attitudes and practices of medical staff towards obesity management in patients with spinal cord injuries: an international survey of four western European countries, Spinal Cord, 53 (1), 24-31.
  • World Cancer Research Fund & American Institute for Cancer Research. (2007). Food, nutrition, physical activity, and the prevention of cancer: a global perspective. Washington: American Institute for Cancer Research.
  • World Health Organization. (WHO). (2017a). List of Classifications. London: Retrieved on 17/09/2017 from https://monographs.iarc.fr/ENG/Classification/ClassificationsAlphaOrder.pdf.
  • World Health Organization. (WHO). (2017b). Recommendations for preventing osteoporosis. London: Retrieved on 03/09/2017 from http://www.who.int/nutrition/topics/5_population_nutrient/en/index25.html.
  • World Health Organization. (WHO). (2017c). The top 10 causes of death. London: Retrieved on 12/10/2017 from http://www.who.int/mediacentre/factsheets/fs310/en.
  • World Health Organization. (WHO). (2017d). Buying nutrition science: how food industry sponsorship skews research and harms public health. London: Retrieved on 12/10/2017 from http://www.who.int/nutrition/topics/seminar_26Sept2017/en.
  • World Health Organization. (WHO). (2016). Greece; profile of health and well-being. Copenhagen: World Health Organization.
  • Zhang, Y., Liu, C., Zhao, Y., Zhang, X., Li, B. & Cui, R. (2015). The effects of calorie restriction in depression and potential mechanisms, Current Neuropharmacology, 13 (4), 536-542.
  • Zong, G., Li, Y., Wanders, A.J., Alssema, M., Zock, P.L., Willett, W.C., Hu, F.B. & Sun, Q. (2016). Intake of individual saturated fatty acids and risk of coronary heart disease in US men and women: two prospective longitudinal cohort studies, The British Medical Journal, 355, doi: 10.1136/bmj.i5796.

Αν σου άρεσε αυτό το άρθρο κάνε κλικ εδώ και μοιράσου το με τους φίλους σου! Αν σου άρεσε αυτό το άρθρο κάνε κλικ εδώ και μοιράσου το με τους φίλους σου!

Σχόλια